Στο όμορφο σπίτι το ζεστό
με τις βαριές πόρτες και τα περίτεχνα κάγκελα
ένα πορτραίτο του Βαν Γκογκ, φτηνή αντιγραφή
στέκεται χρόνια ατάραχο, στοχαστικό, μες το παλιό σαλόνι
Κι εσύ που ζησες μια ζωή πλούσια και νωχελική
η τύχη κι οι θεοί νομίζοντας, μωρέ, πως στο χρωστούσαν
τώρα που ο χρόνος γκρίζαρε τα λιγοστά μαλλιά
έτσι μόνος που απόμεινες
Στης Δαδιάς το πανάρχαιο δάσος, στο ξέφωτο που συναντιούνται ξωτικά Ένα πουλί πίνει νερό σε μια ξεχασμένη νερολακούβα ένας αετός το βλέπει από ψιλά κι ίσκιο με τα φτερά του κάνει Μια κοπέλα με ξανθά μαλλιά, στου Άρδα λούζεται τα δροσερά νερά και τα πλατάνια υποκλίνονται στην θεϊκή ομορφιά της. Κι είσαι πουλί και είμαι αετός Είμαι πλατάνι κι είσαι το φως Στην όψη σου γέρνω τα κλαριά μου Όταν σε φίλησα, άνθησαν λες, τα όνειρα μου Και σ’αγαπώ Και σε ποθώ Και σε ζητώ Όπως ο πεινασμένος το ψωμί κι η διψασμένη γη μια απρόσμενη μπόρα Γιατί είσαι στάρι και νερό Στην αγκαλιά μου όπως ο σπόρος θα βλαστίσεις Ώσπου να γίνεις ρόδο ευωδιαστό Εσύ μοναδική, γλυκιά μου αγαπημένη
Κι αν δεν μπορώ κοντά σου πάντα να ’μαι Μην λυπάσαι και μην μελαγχολείς Τον αγέρα αν ακούς προσεκτικά Πολλά θα έχει να σου πει Κι αν αισθανθείς ερωτικά.. Απ ΄τ ΄άγγιγμα του το ελαφρύ Μην του κακιώσεις να χαρείς Είναι η δική μου η έξαψη κι ηδονή Από την τρυφερή ανάμνηση Του μαγικού φιλιού σου
Το κάρβουνο που φορτώσαμε στον Καναδά έχει μαυρίσει εδώ και μέρες τις καρδιές μας Η βάρδια είναι κι απόψε ατέλειωτη και το νερό του ποταμού μοιάζει να μην φτάνει για να ξεπλύνει τις αμαρτίες που κάναμε στα σκοτεινά σοκάκια του Rio Grande
Στην αγκαλιά της θάλασσας αφέθηκα χθες βράδυ
σας άφησα ξεσκέπαστες καρδιά μου και ψυχή
του ουρανού τα αστέρια, ένα προς ένα μέτρησα
μα το δικό σου μάτια μου δεν ήτανε εκεί
Έλα λεβάντη φύσηξε, φύσα κι εσύ γαρμπή
ο αστρολάβος χάλασε και πως θα βρούμε δρόμο
ο Vega μας ταξίδεψε μια νύχτα δροσερή
σε μονοπάτια άγνωστα όλο ηδονή και πόνο
Του έρωτα το φως, λαμπρό σημάδι
μονάχα εγώ το βλέπω κι όχι εσύ
τι κι αν με φίλησες μια νύχτα στο "ταξίδι"
είναι η καρδιά λαβύρινθος και δύσκολα θα βγεις
Καλοκαίρι 2008
Σαν σχολνούσα από την πρωινή μου βάρδια, συνήθιζα να ταξιδεύω ίσαμε το τελευταίο σύνορο της πλευστής μου χώρας που δεν ήταν άλλη από ένα γέρικο φορτηγό πλοίο με το όνομα CAVO-NANI. Δεν ήταν δα και μακριά.. 299 μέτρα μήκος είχε η μικρή μου πατρίδα. Ούτε καν 300. Τα διέσχιζα καθημερινά με αγονία κι ευχαρίστηση. Σαν έφτανα στο πιο πλωριό σημείο, ξάπλωνα στο πανιόλο έτσι ώστε το κεφάλι μου να προεξέχει ολάκερο από την πλώρη. Το σώμα μου γινόταν ένα με την λαμαρίνα και την σκουριά. Ένιωθα την πλώρη να δονείται από την αγωνιώδη προσπάθεια της προπέλας να σπρώξει το πλοίο μακριά και καθώς τα κύματα έσκαγαν με δύναμη πάνω στο γερασμένο μας σκαρί, εγώ ρουφούσα αχόρταγα την μυρωδιά της θάλασσας. Το πρόσωπό μου γέμιζε αλμύρα και μικρά πολύχρωμα ουράνια τόξα εμφανίζονταν και χάνονταν ξαφνικά μέσα σε ένα μαγευτικό χορό με τα κύματα και τον ήλιο, που μη θέλοντας να χάσει το πανηγύρι όριζε το είδωλό του μαέστρο της ορχήστρας. Που και που κάποιο χελιδονόψαρο άφηνε το υγρό του καταφύγιο κι ανοίγοντας τα φτερά του σαν άλλος Ίκαρος, πετούσε μακριά, παίρνοντας έτσι κι αυτό μέρος στην γιορτή. Μερικές φορές ήμουν πιο τυχερός. Κάποιο μπουλούκι από σταχτοδέλφινα μας έπαιρνε γραμμή κι έρχονταν να παίξει μαζί μας, σαν τα τσιγγανάκια που μυρίστηκαν χαβαλέ και πατιρντί.. Έ ρε γλέντια και χαρά. Ποιο θα προσπεράσει πρώτο, ποιο θα κάνει την πιο καλή φιγούρα και το πιο όμορφο κόλπο. Εγώ τους έδινα αμέσως ονόματα και φώναζα δυνατά παροτρύνοντας τα. Αχ να τα ’βλεπες πως καναν. Δεν ξέρω ποιος χαίρονταν πιο πολύ, εγώ που τα ‘βλεπα να χορεύουν ή αυτά που μ’ άκουγαν να τα χειροκροτώ. Μαγεία σας λέω. Μαγεία! Μα τότε, εκεί που το τραγούδι κι ο χορός ήταν στα καλύτερά τους, το πάρτι τελείωνε ξαφνικά. Τα σταχτοδέλφινα σκόρπισαν βιαστικά και τρομαγμένα. Μια απόκοσμη σκιά ξεπρόβαλε από τα βάθη του ωκεανού. Στην αρχή θολή και γκρίζα, μα καθώς ανέβαινε γινόταν μαύρη κι απειλητική σαν τα σκυλιά που σε τρομάζουν στο σκοτάδι. Ένα πτερύγιο έσκισε σαν λεπίδι την θάλασσα. Μέχρι κι ο ήλιος κρύφτηκε πίσω απ’ ένα σύννεφο θέλοντας να δείξει τον θυμό του. Ο μεγάλος θηρευτής, έχοντας πλήρη επίγνωση της σκοτεινής του δύναμης και του φόβου που προκαλεί, προπορεύτηκε για λίγο κι έπειτα χάθηκε ξανά στο σκοτεινό του βασίλειο, αδιαφορώντας πλήρως για το άχαρο κι αργό σιδερένιο μας καράβι. Η ώρα είχε είδη περάσει κι έπρεπε σύντομα να κάνω τα 299 βήματα της επιστροφής, που θα με οδηγούσαν ξανά στην αρρωστημένη ζέστη και τον απόκοσμο θόρυβο της μηχανής. Πόσο άσχημα και γκρίζα μου φαίνονταν όλα εκεί… Δεν μπορεί κανείς να φανταστεί. Το μόνο που μου έδινε κουράγιο να συνεχίσω, ήταν πως μέσα σ’ αυτό το γέρικο πλευστό μου σπίτι, που μέσα του βασίλευε η κακία και η ψευτιά, εγώ είχα βρει ένα μικρό παράθυρο στην πλώρη κι έβλεπα πώς μπορεί να ΄ναι ο παράδεισος. Και ήταν όμορφα πολύ! Τόσο όμορφα που κάθε φορά που ξεκινούσα για κει, μετρούσα ένα, ένα τα βήματά μου. Σε κάθε βήμα προσπαθούσα να ανακαλέσω στην μνήμη τις πιο ωραίες μου στιγμές, τα πιο ζωντανά χρώματα, το άρωμα της γης και το πιο νόστιμο φαγητό του κόσμου, αυτό της μάνας. Κάθε βήμα κι ένα συναίσθημα, μια γλυκιά ανάμνηση. Κάθε γλυκιά ανάμνηση κι ένας λόγος να μην κάνω το τριακοστό βήμα. Αυτό που τόσο επιθυμούσα. Βασίλης Ιωαννίδης Cavo Nani Gulf of Mexico July 1995
Πάνε 10 χρόνια που με βασανίζει αυτή η σκηνή. Την έχω ζήσει χιλιάδες φορές ως τώρα, ξανά και ξανά.
Τον Αύγουστο του 1997, κατεβαίνοντας costa, costa την Αφρική και μόλις πάμε να περάσουμε κάτω απ’ το CapeTown για να πάρουμε πορεία δυτικά για Brazil , πέφτουμε σε μια μεγάλη καταιγίδαπου μας σφυροκοπά αδιάκοπα. Για κακή μας τύχη παθαίνουμε και μια μεγάλη αβαρία στο μηχανοστάσιο και κινδυνεύουμε να μείνουμε ακυβέρνητοι στην μέση του πουθενά. Η ένταση της στιγμής είναι μοναδική. Το παραμικρό λάθος και πάμε στον πάτο αδιάβαστοι. Κόβουμε και κολλάμε συνέχεια σίδερα. Τα οξυγόνα κάποια στιγμή τελειώνουν και ο πρώτος μου λέει να πάω γρήγορα να φέρω μια μπουκάλα οξυγόνο.
Τα οξυγόνα όμως βρίσκονται έξω, στην πρύμνη του πλοίου. Ανοίγοντας την μπουκαπόρτα βλέπω ένα τοίχος από θάλασσα μπροστά μου και κοκαλώνω..
ΥΔΑΤΙΝΟ ΤΟΙΧΟΣ
Υδάτινο τοίχο ορθώθηκε μπροστά σου
Σε τρόμαξε το ξέρω..
Δεν είχες ξαναδεί ποτέ
Μήτε σου το είχε διηγηθεί κανείς
Μα έπρεπε να φέρεις τα οξυγόνα
Το πλοίο η θάλασσα το τσάκιζε τρεις μέρες τώρα
Και oι πληγές του έπρεπε να κλείσουν με φωτιά
Τι κι αν ζύγιζες μόνο 49 κιλά κι εκείνες είχανε τουλάχιστον 80
Έπρεπε σύντομαη καυτή ανάσα τους
να γιατρέψει το κουρασμένομέταλλο
Όσο ήταν γερό θα σας πέρναγε σώους από το CapeTown
Και θα φτάνατε επιτέλους στο δέλτα του RioGrande
Εκεί σου ’χαν πει θα δεις φάλαινες και ροζ δελφίνια,
Γυναίκες νέγρες φλογερές, πετράδια και ρουμπίνια
θα δεις, πως είναι να ’σαι βασιλιάς
κρατώντας στα χέρια σου μια χούφτα πράσινα χαρτιά
θα νιώσεις την γλύκα του παράνομου φιλιού
Θα κινδυνεύσεις, θα χαθείς, θα μάθεις τι θα πει ζωή
Γι’ αυτό άλλωστε δεν ξεκίνησες ετούτο το ταξίδι...
Μα τώρα…
Ο πρώτος ετών47, τριάντα χρόνια καραβοτσακισμένος,
προσεύχονταν μπροστά στο Deck και δώρα έταζε στον Αϊ Νικόλα
Οι Κεφαλλονίτες τα έβαζαν με τον Αϊ Γεράσιμο
Τα Φιλιππίνια τρομαγμένα…
Κι εσύ που από μικρός μόνο ζωγράφιζες βουνά,
Και τις βαριές δουλειές απόφευγες Λεπτή καθώς ήταν η ύπαρξή σου